Μάτι – Ενας χρόνος μετά: «Το δέρμα μου έβγαινε σαν γάντι – Ανθρωποι τυλιγμένοι στις φλόγες έτρεχαν ουρλιάζοντας»

Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες ανθρώπων που επέζησαν

Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες ανθρώπων που βγήκαν ζωντανοί από την πύρινη κόλαση της πυρκαγιάς στο Μάτι.

Ενα χρόνο μετά, η κ. Ιωάννα Πεταλά αφηγείται στην «Καθημερινή», την φρίκη που έζησε:

«Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018 έζησα την κόλαση. Ο πατέρας μου απανθρακώθηκε και η μάνα μου από τη μέση και πάνω κάηκε τόσο πολύ που δεν είχε καν μαλλιά και τα ρούχα της είχαν λιώσει στο δέρμα της, σύμφωνα με μαρτυρία φίλης. Γιατί με τους γονείς μου χαθήκαμε μέσα στον πανικό και στον μαύρο πυκνό καπνό, που έκανε τη μέρα νύχτα, και στον εκκωφαντικό θόρυβο της φωτιάς και του σφοδρού ανέμου.

Γύρω στις 17.30 ανακοινώθηκε στην τηλεόραση η φωτιά στη Νταού. Μετά 10-15 λεπτά κόπηκε το ρεύμα και γύρω στις 18.00 είχαν λαμπαδιάσει οι καλαμιές απέναντι. Η μάνα μου ούρλιαζε «Ιωάννα φεύγουμε τώρα». Και οι τρεις μπήκαμε στο αμάξι της γειτόνισσας, με πορεία προς τη θάλασσα. Στη συμβολή Περικλέους και Ποσειδώνος φρακάραμε. Η φωτιά μας κυνηγούσε από πίσω και από αριστερά. Γύρισα και είδα τις τεράστιες φλόγες στα λίγα μέτρα. «Βγείτε γιατί θα καούμε», ούρλιαξα. Μόλις βγήκαμε, μαύρισε ο ουρανός. Δεν έβλεπα, έπεσα κάτω. Εκεί με έπιασε η φωτιά πίσω και στα χέρια.

Σηκώθηκα ψάχνοντας τους γονείς μου. Δεν είχα καταλάβει ότι καιγόμουν μέχρι που άκουσα τη φωνή ενός κυρίου. «Κοπελιά καίγεσαι πίσω». Από ένστικτο επιβίωσης, όπως καταλαβαίνω τώρα, και εντελώς μηχανικά, πήγα και έπεσα στην κοντινότερη θάλασσα. Πάνω γκρεμός με πεύκα καίγονταν όλα. Δεν μπορούσα να βγω έξω. Είχε κύμα, κρατιόμουν από ένα βράχο για να μη φύγω μέσα. Εβλεπα τα χέρια μου και θυμάμαι να βγαίνει το δέρμα σαν ένα γάντι. Μέσα κρύωνα, έξω η ζέστη πόναγε τις πληγές μου. Ημουν εκεί 5-6 ώρες, μόνη, χωρίς τους δικούς μου, που δεν έπαψα να τους σκέφτομαι, αφού όλες εκείνες τις ώρες το μόνο που έκανα ήταν να προσεύχομαι στην Παναγία να είναι καλά. Με έσωσε ένας Αιγύπτιος ψαράς. Στο νοσοκομείο έμεινα 75 ημέρες. Από αυτές δέκα στη ΜΕΘ. Κόντεψα να πεθάνω, από θαύμα ζω. Η μάνα μου πέθανε στη διπλανή παραλία, ο πατέρας μου δεν ξέρω πού. Οι σκηνές που είδα, φρικιαστικές, θα με στοιχειώνουν για πάντα. Πώς να τις ξεχάσεις; Ανθρωποι τυλιγμένοι στις φλόγες να τρέχουν ουρλιάζοντας. Μανάδες να κρατάνε τα παιδιά τους στην αγκαλιά ζητώντας βοήθεια. Ομως δεν υπήρχε κανείς. Ούτε Πυροσβεστική, ούτε Αστυνομία, ούτε Λιμενικό. Τίποτα. Μας άφησαν να καούμε.

Τώρα παλεύω να φανώ δυνατή, να φτιάξω τη ζωή μου από τις στάχτες. Να θεραπευτώ σωματικά και ψυχικά. Θα πάρει χρόνο, αλλά θα τα καταφέρω κάποτε. Ευτυχώς έχω ανθρώπους δίπλα μου και τους γονείς μου από ψηλά να με προσέχουν».

Μαρίνα Λαμπρίδου – Κάτοικος Ν. Βουτζά: «Γιατί;», φωνάζουν οι νεκροί μας»

23 Ιουλίου 2018. Εκείνη την ημέρα σταμάτησαν όλα για την οικογένειά μου. Μόλις έξι μέρες πριν, γιορτάζαμε όλοι μαζί τη γιορτή μου, χωρίς κανείς να φαντάζεται το κακό που μας περίμενε. Εξι μέρες μετά, μου στέρησαν ό,τι πολυτιμότερο είχα. Τον άνθρωπό μου. Το στήριγμά μου. Τον μπαμπά μου. Αυτόν, που μαζί με την υπέροχη μητέρα μας, ήταν πρότυπο για όλους μας. ΠΑΤΕΡΑΣ και ΑΝΘΡΩΠΟΣ με όλα τα γράμματα κεφαλαία. Πρώτος σε όλα. Ακόμα και στο τέλος έκανε τη διαφορά. Ηταν ο πρώτος εγκαυματίας που έφυγε. Στις 26 Ιουλίου, ο Μιχάλης Λαμπρίδης άφησε τις τέσσερις γυναίκες του, όπως του άρεσε να λέει, και ο χρόνος «πάγωσε» εκεί. Ενα χρόνο μετά, πρωτόγνωρα συναισθήματα έχουν φωλιάσει στην καρδιά μου. Θλίψη, παράπονο, θυμός, ευγνωμοσύνη, όλα μαζί, έχουν πλέξει ένα αλλόκοτο δίχτυ.

Θλίψη, για τον χαμό του μπαμπά μου. Είχαμε τόσα πολλά να κάνουμε ακόμα, τόσα να πούμε. Με βία, άνθρωποι μικροί, τιποτένιοι, με χώρισαν από τον πιο σημαντικό άνθρωπο της ζωής μου. Αυτοί που θα έπρεπε να τον προστατέψουν, του πρόσφεραν ένα τέλος που δεν του άξιζε.

Παράπονο, γιατί κανείς δεν του έδωσε την ευκαιρία να σωθεί. Ζήσαμε την κόλαση μόνοι μας. Δεν υπήρξε προειδοποίηση. Δεν ξέραμε ποια ήταν η σωστή και ποια η λάθος επιλογή. Oλα ήταν θέμα τύχης. Θυμός, γιατί εξαιτίας της ανεπάρκειας όλων, αναγκαστήκαμε να ζήσουμε έναν πόλεμο. Ολομόναχοι. Απροστάτευτοι. Περνώντας από τους πληγωμένους μας δρόμους, κάθε μέρα ξαναζούμε την τραγωδία. Την αγωνία, τον φόβο, τον πανικό, την εγκατάλειψη. «Γιατί;», φωνάζουν οι νεκροί μας. Και εμείς τους ακούμε. Κανείς δεν είχε το θάρρος να παραδεχθεί τα λάθη του.

Ευγνωμοσύνη, για τη στήριξη και την αγάπη που εισπράξαμε από ανθρώπους που δεν γνωρίζαμε μέχρι τότε. Ο πόνος μας ένωσε σαν μια μεγάλη οικογένεια. Μόνοι μας, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου μαζέψαμε τα κομμάτια μας και σηκωθήκαμε ξανά. Ενα ευχαριστώ θέλω να πω στους ανθρώπους που πέρασαν την κόλασή μας και είναι βράχοι, ενώ όλοι οι άλλοι, ήταν και συνεχίζουν να είναι, απλώς, πουθενά. Εύχομαι σε όλους, ποτέ κανείς να μην ξαναζήσει τόσο απροστάτευτος, τόσο μόνος, όσο νιώσαμε εμείς.

ΠΗΓΗ: «Καθημερινή»

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει