Το σκεπτικό του αθλητικού δικαστή για τη συνέχιση του αγώνα που διακόπηκε στο ΟΑΚΑ

Το ντέρμπι του Παναθηναϊκού με τον Ολυμπιακό που διεκόπη στο 69′ θα συνεχιστεί από αυτό το λεπτό. Η απόφαση του αθλητικού δικαστή Χριστόφορου Μάρκου δικαίωσε την ένταση του Παναθηναϊκού και έκρινε ως λανθασμένη την απόφαση οριστικής διακοπής που πήρε ο Γερμανός διαιτητής Μάρκο Φριτζ.

Η απόφαση έπεσε σαν βόμβα στο ελληνικό ποδόσφαιρο, ενώ ο Ολυμπιακός έχει ήδη κάνει γνωστό πως θα ασκήσει έφεση. Πως γίνεται όμως να βγήκε μια τέτοια απόφαση; Ιδού τα κομβικά σημεία του δημοσιευμένου σκεπτικού.

Σύμφωνα με το σκεπτικό, την ώρα της διακοπής στο 65′, ο διαιτητής είχε δύο δρόμους. Ο πρώτος ήταν να διακόψει οριστικά τον αγώνα, κρίνοντας πως «οι συνθήκες που επικρατούν στον αγωνιστικό χώρο και στις εξέδρες είναι τέτοιες που δεν επιτρέπουν την ασφαλή διεξαγωγή του αγώνα και επιπλέον ότι η εξωτερική παρέμβαση είναι τόσο σοβαρή και εκτεταμένη που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με το μέτρο της προσωρινής διακοπής, διότι δεν πρόκειται να αρθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος».

Ο Γερμανός θα μπορούσε να πει «διακόπτεται οριστικά» και μετά να συζητήσαμε αν η απόφασή αυτή ήταν σωστή. Ο Φριτζ δεν έκρινε κάτι τέτοιο και διέταξε την προσωρινή διακοπή, απόφαση που κρίνει ως σωστή και ο αθλητικός δικαστής. Από τη στιγμή που ο διαιτητής πήρε αυτήν την επιλογή, αυτό σημαίνει πως έκρινε ότι στη συνέχεια θα μπορούσαν οι συνθήκες να καλυτερεύσουν και έτσι να είναι εφικτό να συνεχιστεί ο αγώνας.

Σαράντα λεπτά μετά τη διακοπή, ο διαιτητής βγήκε ξανά στον αγωνιστικό χώρο. Εκεί διαπίστωσε πως «στις εξέδρες υπήρχαν ακόμη λίγοι φίλαθλοι της γηπεδούχου ομάδας, οι όποιοι κατέβαιναν τα σκαλοπάτια των θυρών αποδοκιμάζοντας και β) υπήρχε ακόμη έντονη η μυρωδιά από χημικά στην ατμόσφαιρα, για δε τους παραπάνω λόγους, επειδή δηλαδή δεν είχε αποκατασταθεί η ομαλότητα, αποφάσισε την οριστική διακοπή του αγώνα».

Με λίγα λόγια εκείνη τη στιγμή ο διαιτητής έκρινε πως τίποτα δεν θα άλλαζε στα υπόλοιπα 20 λεπτά που απέμεναν για τη συμπλήρωση μιας ώρας. Το σκεπτικό της απόφασης κρίνει ως λανθασμένη αυτήν του την εκτίμηση.

Όπως αναφέρει «στα 20 επόμενα λεπτά α) θα είχε καθαρίσει εντελώς η ατμόσφαιρα από τη μυρωδιά (όχι από τον καπνό, αφού αυτός είχε ήδη διαλυθεί) των δακρυγόνων (κατά τους ρεπόρτερ του γηπέδου βέβαια η ατμόσφαιρα ήταν ήδη καθαρή, αλλά όπως προεκτέθηκε αυτό το κρίνει κυριαρχικά ο διαιτητής) και β) ο διαιτητής είχε τη δυνατότητα να διασφαλίσει την απόλυτη ομαλότητα στο γήπεδο διατάσσοντας, έστω και τότε καθυστερημένα, την εκκένωση των κερκίδων από τους λιγοστούς οπαδούς της γηπεδούχου ομάδας που βρίσκονταν ακόμη κάτω από τα δημοσιογραφικά θεωρεία (και άλλοι ελάχιστοι διάσπαρτοι στο γήπεδο) και κλείσιμο των θυρών, πλην όμως για αδιευκρίνιστο λόγο δεν έλαβε το ως άνω μέτρο, εφ’όσον έκρινε ότι ως άνω οπαδοί αποτελούσαν κίνδυνο».

Η απόφαση λοιπόν της οριστικής διακοπής κρίνεται ως λανθασμένη από τον δικαστή Χριστόφορο Μάρκου. Όχι τόσο γιατί δεν συμπληρώθηκε η μία ώρα, αλλά κυρίως γιατί ο δικαστής έκρινε πως μετά τα 20 λεπτά που απέμεναν οι συνθήκες θα μπορούσαν να είναι κατάλληλες για τη συνέχιση του αγώνα. Θα είχε φύγει τελείως η μυρωδιά από τα δακρυγόνα, θα μπορούσαν να έχουν απομακρυνθεί οι τελευταίοι εναπομείναντες φίλαθλοι που ο διαιτητής έκρινε ως «επικίνδυνους» και μάλιστα με σχετική ευκολία, αφού ο κύριος όγκος είχε φύγει αυτοβούλως από το γήπεδο λόγω της αποπνικτικής ατμόσφαιρας.

Ιδού τα συγκεκριμένα κομμάτια της από το σκεπτικό του Χριστόφορου Μάρκου.

«Εξάλλου αποδεικνύεται, ότι στις 21.24′, ήτοι σαράντα (40) περίπου λεπτά μετά από την ως άνω δεύτερη προσωρινή διακοπή του αγώνα, που διατάχθηκε στο 69′ λεπτό του αγώνα (ώρα 20.45′), ο διαιτητής του αγώνα μετά από επιθεώρηση που έκανε παρατήρησε ότι στις εξέδρες υπήρχαν ακόμη λίγοι φίλαθλοι της γηπεδούχου ομάδας, οι όποιοι κατέβαιναν τα σκαλοπάτια των θυρών αποδοκιμάζοντας (σημειώνεται ότι η συντριπτική μερίδα των οπαδών είχε αποχωρήσει εκουσίως από τις εξέδρες – χωρίς να έχει διαταχθεί επισήμως εκκένωση του εξεδρών ή του γηπέδου – λόγω της αποπνικτικής ατμόσφαιρας που επικρατούσε νωρίτερα) και επίσης ότι υπήρχε ακόμη έντονη η μυρωδιά από χημικά στην ατμόσφαιρα και για όλους τους παραπάνω λόγους (επειδή δηλαδή δεν είχε αποκατασταθεί η ομαλότητα) αποφάσισε την οριστική διακοπή του αγώνα.

Ωστόσο ο διαιτητής δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 περ. ε’ ΠΚ/ΕΠΟ διαδικασία. Ειδικότερα: κατ’ αρχάς ο διαιτητής είχε τη δυνατότητα να κρίνει, ότι οι συνθήκες που επικρατούν στον αγωνιστικό χώρο και στις εξέδρες είναι τέτοιες που δεν επιτρέπουν την ασφαλή διεξαγωγή του αγώνα και επιπλέον ότι η εξωτερική παρέμβαση είναι τόσο σοβαρή και εκτεταμένη που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με το μέτρο της προσωρινής διακοπής, διότι δεν πρόκειται να αρθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος (μίας ώρας, όπως αυτό αυθεντικά προσδιορίζεται από τον πειθαρχικό νομοθέτη). Εν προκειμένω ο διαιτητής έκρινε κυριαρχικά, ότι δεν συντρέχει λόγος άμεσης οριστικής διακοπής και δη ούτε εκείνος, για τον οποίον είχε δέσμια αρμοδιότητα (είσοδος οπαδών με βιαιοπραγίες (15 παρ. 4 περ. γ’ ΠΚ/ΕΠΟ), ούτε εκείνος για τον οποίο είχε διακριτική ευχέρεια (π.χ. σοβαρή περίπτωση ρίψης αντικειμένων με τραυματισμό – βλ. άρθρο 15 παρ. 3 ΠΚ/ΕΠΟ και κανόνας 5 των Laws of the Game/FIFA).

Αντίθετα έκρινε κυριαρχικά ότι συντρέχει λόγος προσωρινής διακοπής του αγώνα, διότι οι συνθήκες που επικρατούσαν στον αγωνιστικό χώρο και στις εξέδρες δεν επέτρεπαν την ασφαλή συνέχιση του αγώνα, διέταξε δε ακολούθως τις ομάδες να αποχωρήσουν στα αποδυτήρια. Από τη στιγμή λοιπόν που έλαβε την ως άνω απόφαση περί προσωρινής διακοπής, όφειλε να αναμένει ορισμένο χρονικό διάστημα μέχρι να αποκατασταθεί η ομαλότητα. Το χρονικό διάστημα που όφειλε να αναμένει μέχρι να αποκατασταθεί η ομαλότητα ήταν το πολύ μία ώρα (όχι παραπάνω), και όφειλε να το εξαντλήσει, αφού σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπ’ αρ. ΙΙ μείζονα σκέψη που προεκτέθηκε, «αυτό ήθελε/περίμενε το ποδόσφαιρο» από αυτόν: να διεξαχθεί ο αγώνας, αν αυτό ήταν εφικτό και ασφαλές (βλ. Προοίμιο των Κανόνων του Παιχνιδιού – Laws of the Game/FIFA). Είναι προτιμότερο το αποτέλεσμα του αγώνα να κριθεί εντός του γηπέδου, έστω και μετά από διακοπή μιας ώρας, παρά να αποτελεί απλώς μια πειθαρχική ποινή (0-3, για το ότι αποτελεί ποινή βλ. σαφώς άρθρο 23 παρ. 3 ΙΙ ΚΑΠ/ΕΠΟ), που επιβάλλεται στα πλαίσιο μιας πειθαρχικής διαδικασίας. Το ποδόσφαιρο που κρίνεται στην αίθουσα του Πειθαρχικού Οργάνου δεν είναι «ελκυστικό», όπως επιτάσσεται ως πρωταρχικός σκοπός στο Προοίμιο των Κανόνων του Παιχνιδιού – Laws of the Game/FIFA.

Μετά τη διακοπή, ακολούθησε σύσκεψη που έλαβε χώρα στο γραφείο των διαιτητών και ο διαιτητής ρώτησε την αστυνομική διεύθυνση αν εγγυάται την ασφαλή συνέχιση του αγώνα, έλαβε δε θετική απάντηση. Εν συνεχεία 40 περίπου λεπτά μετά την ως άνω δεύτερη προσωρινή διακοπή του αγώνα, ο διαιτητής με τους βοηθούς του εξήλθαν στον αγωνιστικό χώρο, προκειμένου να επιθεωρήσουν την κατάσταση που επικρατούσε σε αυτόν και στις εξέδρες. Όπως προεκτέθηκε διαπίστωσε ότι α) στις εξέδρες υπήρχαν ακόμη λίγοι φίλαθλοι της γηπεδούχου ομάδας, οι όποιοι κατέβαιναν τα σκαλοπάτια των θυρών αποδοκιμάζοντας και β) υπήρχε ακόμη έντονη η μυρωδιά από χημικά στην ατμόσφαιρα, για δε τους παραπάνω λόγους, επειδή δηλαδή δεν είχε αποκατασταθεί η ομαλότητα, αποφάσισε την οριστική διακοπή του αγώνα. Ωστόσο ο διαιτητής έλαβε την ως άνω απόφαση πριν παρέλθει μία ώρα από την προσωρινή διακοπή, αλλά σαράντα λεπτά, ούτε ανέφερε στο φύλλο αγώνα, έστω και συνοπτικά, ότι κατά την εκτίμησή του η ομαλότητα δεν επρόκειτο να αποκατασταθεί με την παρέλευση μίας ώρας, δηλαδή ακόμη 20 λεπτών.

Ειδικότερα, στα 20 επόμενα λεπτά α) θα είχε καθαρίσει εντελώς η ατμόσφαιρα από τη μυρωδιά (όχι από τον καπνό, αφού αυτός είχε ήδη διαλυθεί) των δακρυγόνων (κατά τους ρεπόρτερ του γηπέδου βέβαια η ατμόσφαιρα ήταν ήδη καθαρή, αλλά όπως προεκτέθηκε αυτό το κρίνει κυριαρχικά ο διαιτητής) και β) ο διαιτητής είχε τη δυνατότητα να διασφαλίσει την απόλυτη ομαλότητα στο γήπεδο διατάσσοντας, έστω και τότε καθυστερημένα (η παρέλευση μισής ώρας από τη διακοπή δεν επάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης του διαιτητή, αφού αυτό δεν προβλέπεται ως κύρωση στο άρθρο 15 παρ. 5 περ. ε’ ΠΚ/ΕΠΟ), την εκκένωση των κερκίδων από τους λιγοστούς οπαδούς της γηπεδούχου ομάδας που βρίσκονταν ακόμη κάτω από τα δημοσιογραφικά θεωρεία (και άλλοι ελάχιστοι διάσπαρτοι στο γήπεδο) και κλείσιμο των θυρών, πλην όμως για αδιευκρίνιστο λόγο δεν έλαβε το ως άνω μέτρο, που ήταν και εφικτό και απαραίτητο για την ασφαλή συνέχιση του αγώνα, εφ’ όσον – κυριαρχικά – έκρινε ότι οι ως άνω οπαδοί αποτελούσαν κίνδυνο. Μάλιστα την εκκένωση αυτή των κερκίδων, από τις οποίες εισέρχονταν στον αγωνιστικό χώρο οι κουκουλοφόροι «οπαδοί», είχε ο διαιτητής τη δυνατότητα να διατάξει ήδη από την πρώτη είσοδο «οπαδών» στο ταρτάν του γηπέδου στο 4′ λεπτό, μέτρο που ήταν και εφικτό και απαραίτητο για την ασφαλή συνέχιση του αγώνα (άλλωστε είναι προτιμότερο να διεξαχθεί ένας αγώνας χωρίς μερίδα «φιλάθλων», παρά να μην διεξαχθεί καθόλου και να κριθεί «στα χαρτιά»), πλην όμως ούτε τότε έπραξε κάτι τέτοιο.

Το ως άνω συμπέρασμα επιρρωνύεται και από το γλωσσικό νόημα του εδαφίου γ’ της περ. ε της παρ. 5 του άρθρου 15 ΠΚ/ΕΠΟ, όπου ορίζεται, ότι σε περίπτωση προσωρινής διακοπής ο διαιτητής διακόπτει οριστικά τον αγώνα, (μόνον) αν παρέλθει ορισμένο χρονικό διάστημα χωρίς να έχει αποκατασταθεί η ομαλότητα. Και το χρονικό αυτό διάστημα είναι μία ώρα, όπως διευκρινίζεται εντός της παρένθεσης «(της μίας ώρας)», η οποία δεν έχει άλλο λόγο ύπαρξης, αφού το μόνο «χρονικό διάστημα», για το οποίο γίνεται λόγος στην ως άνω διάταξη είναι το χρονικό διάστημα που οφείλει ο διαιτητής να αναμένει για την αποκατάσταση της ομαλότητας. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, ότι η ως άνω διάταξη, στο βαθμό που εισάγει πειθαρχικό δίκαιο και αποτελεί την προϋπόθεση της επιβολής των πειθαρχικών ποινών του άρθρου 21 παρ. 3 ΚΑΠ/ΕΠΟ πρέπει να ερμηνεύεται στενά και σύμφωνα με την αρχή in dubio pro mitiore (μεταξύ περισσοτέρων εξ ίσου βάσιμα υποστηριζόμενων ερμηνειών πρέπει να επιλέγεται εκείνη που είναι ευμενέστερη για τον πειθαρχικώς εγκαλούμενο, βλ. ΟλΑΠ 3/1998, ΠΧ ΜΗ. 812, ΟλΑΠ 760/1988, ΠΧ ΛΗ 877, Χωραφάς σ. 64 επ., Μαγκάκης, ΣυστΕρμΠΚ άρθρο 1 αρ. 61, 62). Εν όψει όλων των ανωτέρω πρέπει να απαλλαγεί η εγκαλουμένη από την υπ’ αρ. 5 αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη, να γίνει δεκτή η από 19-3-2019 ένσταση της ΠΑΕ ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ κατά της αντικανονικής διακοπής του αγώνα, να επανοριστεί ο αγώνας και να συνεχιστεί από το σημείο που είχε διακοπεί».

Μπορεί επίσης να σας αρέσει