Tο Brexit θα γίνει σε «ώρα Λονδίνου» ή «ώρα Βρυξελλών»;

14. Νοεμβρίου, 2017 Διεθνή ΕκτύπωσηΜέγεθος Κειμένου:

brexit

Οι Βρετανοί βουλευτές συνέχισαν και σήμερα να εξετάζουν το νομοσχέδιο που θα καταργήσει το ευρωπαϊκό δίκαιο στη χώρα μετά το Brexit, αλλά η συζήτηση «άναψε» όταν έφτασε στην ακριβή ημερομηνία του διαζυγίου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το φλέγον ζήτημα ήταν αν το Brexit θα γίνει σε «ώρα Λονδίνου» ή «ώρα Βρυξελλών».

Το νομοσχέδιο αυτό που θα επιτρέψει στη χώρα να λειτουργήσει κανονικά και αφού κόψει τον ομφάλιο λώρο με την ΕΕ, στα τέλη Μαρτίου 2019, είχε εγκριθεί σε πρώτη ανάγνωση από το κοινοβούλιο τον Σεπτέμβριο. Όμως η αναλυτική εξέτασή του καθυστέρησε καθώς ήταν αναγκαίο να δοθεί χρόνος για να μελετηθούν οι περίπου 500 τροπολογίες που έχουν κατατεθεί το τελευταίο διάστημα.

Η κυβέρνηση κινδυνεύει να ηττηθεί σε ορισμένες τροπολογίες-κλειδιά, αν οι «αντάρτες» του Συντηρητικού κόμματος συνταχθούν με τους βουλευτές των Εργατικών. Η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι διαθέτει ισχνή πλειοψηφία στη Βουλή των Κοινοτήτων και αυτό χάρη στους συμμάχους της, το βορειοϊρλανδικό κόμμα DUP.

Κατά την τακτική ενημέρωση των δημοσιογράφων, ο εκπρόσωπος της κυβερνησης υπογράμμισε σήμερα ότι είναι προς το συμφέρον «όλων» να μην εκτροχιαστεί η διαδικασία ώστε να Brexit να συμβεί «χωρίς εμπόδια».

Ένδειξη των επερχόμενων δυσκολιών, το γεγονός ότι οι βουλευτές κονταροχτυπήθηκαν σήμερα για την ακριβή ημερομηνία και ώρα του Brexit: η κυβέρνηση θέλει να συμβεί στις 29 Μαρτίου 2019, στις 23.00 GMT, δηλαδή ακριβώς τα μεσάνυχτα ώρα Βρυξελλών, προς μεγάλη απογοήτευση ορισμένων. Ο βουλευτής των Εργατικών Φρανκ Φιλντ κατέθεσε άλλη μια τροπολογία που αναβάλει το Brexit για τις 30 Μαρτίου, προκειμένου να συμβεί τα μεσάνυχτα, ώρα Λονδίνου.

«Η τροπολογία μου θα επιτρέψει να αποφασίσουμε την αποχώρησή μας με βάση την ώρα της Βρετανίας ενώ (η πρόταση της κυβέρνησης) έγινε για να ικανοποιήσει τους Ευρωπαίους», υποστήριξε.

Ορισμένοι Συντηρητικοί βουλευτές απέρριψαν εντελώς την ιδέα να οριστεί εκ των προτέρων μια ακριβής ημερομηνία και ώρα, υποστηρίζοντας ότι αν οι διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες δεν πάνε καλά, θα αποδειχτεί ιδιαίτερα δύσκολο να συνεχιστούν οι συνομιλίες.