ΝΕΑ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΠΡΟΣ ΕΛΛΑΔΑ! Ετοιμάζει μεγαλοπρεπή τελετή για την επέτειο του Ματζικέρτ

12. Αυγούστου, 2017 Παρασκήνιο ΕκτύπωσηΜέγεθος Κειμένου:

maxresdefault-3

Ιδιαίτερα μεγαλόπρεπη και ξεχωριστή με πολλά «μηνύματα», θα είναι φέτος ο εορτασμός της επετείου της μάχης του Ματζικέρτ, μετά από την οποία οι Τούρκοι εισήλθαν και έγιναν μόνιμοι κάτοικοι της Μικράς Ασίας.

Όπως αναφέρεται, η επέτειος της μάχης του Ματζικέρτ, (1071 μ Χ), θα εορταστεί στις 26 Αυγούστου και φέτος θα έχει ξεχωριστό «χρώμα», καθώς ο Ερντογάν σκοπεύει να μας στείλει μήνυμα αλλά και σε όλους τους εχθρούς της Τουρκίας ότι δεν θα περάσουν οι συνωμοσίες τους για την ανατροπή του και ότι θα είναι έτοιμος να ξαναδώσει ένα ανάλογο μάθημα σε όσους αμφισβητούν την κυριαρχία του.

Να σημειώσουμε ότι η μάχη του Μαντζικέρτ μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των Σελτζούκων έλαβε χώρα στις 26 Αυγούστου του 1071, κοντά στο Μαντζικέρτ (σημερινό Μαλαζγκίρτ στην Τουρκία).

Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ’ Διογένης ηττήθηκε μετά από εσωτερική προδοσία, αιχμαλωτίστηκε και απελευθερώθηκε μετά την καταβολή λύτρων, ενώ η Βυζαντινή αυτοκρατορία υποχρεώθηκε στην καταβολή ετήσιου φόρου και την παραχώρηση μερικών φρουρίων στους Σελτζούκους. Αυτή η πανωλεθρία των βυζαντινών στρατευμάτων και, κυρίως, η εσωτερική πολιτική παράλυση που ακολούθησε, επέτρεψε τη μόνιμη εγκατάσταση των Σελτζούκων στη Μικρά Ασία.

Ας περιμένουμε λοιπόν αυτή την νέα «ερντογανική» επίδειξη αλαζονείας, που θα έχει και… ιδιαίτερη σημασία για τον ελληνισμό.

Η μάχη του Μαντζικέρτ μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των Σελτζούκων έλαβε χώρα στις 26 Αυγούστου του 1071, κοντά στο Μαντζικέρτ (σημερινό Μαλαζγκίρτ στην Τουρκία). Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ” Διογένης ηττήθηκε, αιχμαλωτίστηκε και απελευθερώθηκε μετά την καταβολή λύτρων, ενώ η Βυζαντινή αυτοκρατορία υποχρεώθηκε στην καταβολή ετήσιου φόρου και την παραχώρηση μερικών φρουρίων στους Σελτζούκους. Αυτή η πανωλεθρία των βυζαντινών στρατευμάτων και, κυρίως, η εσωτερική πολιτική παράλυση που ακολούθησε, επέτρεψε τη μόνιμη εγκατάσταση των Σελτζούκων στη Μικρά Ασία.

Στις 24 Αυγούστου 1071,[13] ημέρα Τετάρτη, ένα ανιχνευτικό απόσπασμα Βυζαντινών αψιμάχησε με ένα Σελτζουκικό, στα ανατολικά της λίμνης Βαν. Ο Ρωμανός, μη γνωρίζοντας πως έχει να κάνει με την εμπροσθοφυλακή του στρατεύματος του Αλπ Αρσλάν, την οποία διοικούσε ο Νιζάμ αλ-Μουλκ, υπασπιστής του σουλτάνου έστειλε τον επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας Νικηφόρο Βρυέννιο με μικρή δύναμη για να απωθήσει τους Τούρκους. Σύντομα ο Βρυέννιος, βλέποντας ότι μονάδες του ενεπλάκησαν σε ενέδρες και περικυκλώθηκαν από ισχυρές εχθρικές δυνάμεις, διέταξε υποχώρηση στο βυζαντινό στρατόπεδο. Ο αυτοκράτορας, μη έχοντας ακόμη πειστεί πως επρόκειτο για μονάδες του κυρίως σελτζουκικού στρατού, έστειλε τον αρμενικής καταγωγής Νικηφόρο Βασιλάκιο, δούκα της Θεοδοσιούπολης (σημ. Ερζερούμ) με πολύ ισχυρότερη δύναμη ιππικού εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι τότε εφάρμοσαν τη συνήθη σε αυτούς τακτική της ψεύτικης υποχώρησης με σκοπό την ενέδρα. Ο Βασιλάκιος, περιφρονώντας τις βασικές αρχές της βυζαντινής τακτικής απέναντι στα πολεμικά τεχνάσματα των νομαδικών λαών, παρασύρθηκε σε ανεξέλεγκτη καταδίωξη των Τούρκων και τελικά έπεσε στην ενέδρα τους. Ο ίδιος πιάστηκε αιχμάλωτος, ενώ οι άντρες του έπεσαν νεκροί σχεδόν μέχρι τον τελευταίο.

Τότε ο Ρωμανός, συνειδητοποιώντας την ισχύ του τουρκικού αποσπάσματος αλλά μη δεχόμενος ακόμη πως επρόκειτο για το στρατό του Αλπ Αρσλάν, έστειλε εναντίον του ξανά τον Βρυέννιο, επικεφαλής ολόκληρης της αριστερής πτέρυγας. Όμως ως τότε οι Τούρκοι είχαν προλάβει να αποσυρθούν στους γύρω λόφους. Τελικά ο Βρυέννιος κατάλαβε τι πραγματικά συνέβαινε, όταν βρήκε ένα τραυματισμένο επιζώντα της δύναμης του Βασιλάκιου. Εκείνη τη στιγμή, το απόγευμα της 24ης Αυγούστου, οι Τούρκοι επέστρεψαν στο πεδίο της μάχης σε πλήρη παράταξη και επιτέθηκαν προσπαθώντας να περικυκλώσουν τη δύναμη του Βρυέννιου. Ο τελευταίος αναγκάστηκε, τότε, μπροστά στις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, να σημάνει συντεταγμένη υποχώρηση. Η υποχώρηση αυτή συνδυάστηκε με τοπικές αντεπιθέσεις οι οποίες οδήγησαν σε προσωρινή υποχώρηση των Τούρκων και το βυζαντινό απόσπασμα επέστρεψε ασφαλές στο στρατόπεδο. Λέγεται ότι ο Βρυέννιος επέστρεψε τραυματισμένος από δυο βέλη στη πλάτη και ένα ακόντιο στο στήθος. Την άλλη μέρα, πάντως, ήταν και πάλι σε θέση να πολεμήσει.

Ο αυτοκράτορας διέταξε τότε το στρατό του να ετοιμαστεί για επίθεση σε πλήρη παράταξη. Όμως οι Τούρκοι είχαν ξανά αποσυρθεί πέρα από τους λόφους και δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν ούτε από τα βυζαντινά ανιχνευτικά αποσπάσματα. Τότε ο βυζαντινός στρατός επέστρεψε στο στρατόπεδο. Ενώ είχε φτάσει ήδη το βράδυ, ο τουρκικός στρατός, σε μια ακόμη επίδειξη της κινητικότητάς του, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά και μέσα στο μισοσκόταδο, εναντίον Ούζων (ή, αλλιώς, Ογούζων, τουρκ. Oğuz) Τούρκων μισθοφόρων του Διογένη οι οποίοι συναλλάσσονταν με εμπόρους έξω από το βυζαντινό στρατόπεδο. Στην προσπάθεια των πανικόβλητων Ογούζων να επιστρέψουν στην ασφάλεια του στρατοπέδου, δημιουργήθηκε σύγχυση καθώς αυτοί δεν διέφεραν σε εμφάνιση από τους ομόγλωσσούς τους Σελτζούκους. Τελικά, οι Σελτζούκοι επιδρομείς εξαφανίστηκαν το ίδιο γρήγορα όπως είχαν εμφανιστεί και η υπόλοιπη νύχτα κύλησε με περιορισμένες μόνο επιθέσεις εναντίον του αυτοκρατορικού στρατοπέδου.

Το πρωί της 25ης Αυγούστου, οι Σελτζούκοι προσπάθησαν να καταλάβουν την όχθη του ποταμού απέναντι από το βυζαντινό στρατόπεδο και ο Ρωμανός έστειλε το βαρύ πεζικό να τους απωθήσει. Το πεζικό πέτυχε στην αποστολή του αλλά, λίγο μετά, μεγάλο μέρος των Ούζων άλλαξε στρατόπεδο και προσχώρησε στους ομόγλωσσούς τους Τούρκους. Ο φόβος ότι και οι υπόλοιποι Ούζοι θα έπαιρναν το μέρος των Σελτζούκων καταπραΰνθηκε μετά από όρκο πίστης που έδωσαν στον αυτοκράτορα. Στη συνέχεια, κατέφθασε πρεσβεία από τον χαλίφη της Βαγδάτης, Al-Mouhalban, ζητώντας διαπραγματεύσεις. Ο Ρωμανός όμως ζήτησε όρους, μεταξύ των οποίων την αποχώρηση των Σελτζουκικών δυνάμεων από τη Μ. Ασία, οι οποίοι οδήγησαν στην αποχώρηση της πρεσβείας. Ίσως πίστευε πως η αποστολή πρεσβείας ήταν προϊόν παρελκυστικής τακτικής εκ μέρους των Σελτζούκων, με σκοπό να συγκεντρώσουν κι άλλα στρατεύματα, ενώ ο ίδιος είχε ήδη στείλει αγγελιαφόρους προς τα τμήματα του Ουρσέλιου και του Ταρχανειώτη με εντολή να ενωθούν με το κυρίως στράτευμα. Εξ άλλου, παρά τις ως τότε δυσάρεστες εξελίξεις, ο βυζαντινός στρατός εξακολουθούσε να διαθέτει ισχυρή αυτοπεποίθηση, λόγω της πειθαρχίας και της τάξης του, στοιχείων που του έδιναν υπεροχή του σε συνθήκες μάχης εκ παρατάξεως.

Ο Αλπ Αρσλάν παρέταξε το στράτευμά του σε σχήμα ημισελήνου, χωρισμένο σε τρεις διοικήσεις. Όλα τα σώματα αποτελούνταν κυρίως από ελαφρό ιππικό, εφοδιασμένο με βέλη, ακόντια και σπαθιά. Πιο πίσω βρισκόντουσαν πεζοί, ντυμένοι ελαφρά αμυντικά με δόρατα, ασπίδες, σπαθιά και τσεκούρια. Ο Ρωμανός Δ” Διογένης παρέταξε το στρατό του σε δυο παράλληλες γραμμές η κάθε μια με βάθος 8 έως 10 ανδρών για τους πεζούς και 3 έως 4 για τους ιππείς. Το πλάτος της παράταξης του στρατού ήταν μέτριο. Τα 2/3 του στρατεύματος χωρίστηκαν σε τρία τμήματα ενώ κράτησε το 1/3 του στρατεύματος ως εφεδρεία. Το αριστερό τμήμα το κρατούσαν τα θεματικά στρατεύματα από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη Θράκη μαζί με τους Σλάβους με επικεφαλής τον Νικηφόρο Βρυέννιο. Το κέντρο το διοικούσε ο αυτοκράτορας Ρωμανός, με την αυτοκρατορική φρουρά των 500 Βαράγγων που είχε πάρει μαζί του, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις ήταν Καππαδόκες στρατιώτες, Φράγκοι και Τουρκομάνοι. Στο δεξιό τμήμα τη διοίκηση είχε ο Θεόδωρος Αλυάτης και διοικούσε τους Ίβηρες της Αρμενίας, τους Χαζάρους και τους Σλάβους. Την εφεδρεία την διοικούσε ο Ανδρόνικος Δούκας με τμήματα Χαζάρων, Γερμανών, Φράγκων και των ιδιωτικών στρατών που είχε διαθέσει ο ίδιος και η φατρία του. Στις 26 Αυγούστου του 1071 θα δινόταν η μεγάλη μάχη.

Καθώς άρχισε να κινείται το βυζαντινό στράτευμα, οι Σελτζούκοι άρχισαν να εξαπολύουν βέλη και να ανοίγουν τα άκρα τους με σκοπό να κυκλώσουν τους Βυζαντινούς. Τα δυο κέντρα συγκρούστηκαν ενώ τα άκρα των Βυζαντινών κατεδίωκαν τα άκρα των Σελτζούκων. Όλη η παράταξη άρχισε να υποχωρεί στο όρος Σουφάν, συνεχίζοντας να εξαπολύει βέλη. Η συνοχή του βραδυκίνητου βυζαντινού στρατεύματος κλονίστηκε και άρχισε να σπάει. Οι Σελτζούκοι κύκλωναν απομονωμένες μονάδες και τις αποτελείωναν γρήγορα. Σε δυο ώρες θα έπεφτε η νύχτα και το στράτευμα του Ρωμανού είχε πολλές απώλειες ενώ οι Σελτζούκοι δεν είχαν ούτε 1.000 απώλειες, έτσι ο Ρωμανός διέταξε τακτική αναστροφή του μετώπου για αποχώρηση. Οι Βρυέννιος και Αλυάτης νόμισαν ότι το σύνθημα έδειχνε ότι ηττήθηκαν και υποχωρούσαν. Πολλοί μαχητές πέταξαν τα όπλα και άρχισαν να τρέχουν και οι ιππείς έκαναν μεταβολή και σπιρούνισαν τα άλογά τους. Ο σουλτάνος διέταξε και την εφεδρεία του να μπει στη μάχη και να καταδιώξουν τους Βυζαντινούς. Με αυτή την κίνηση του σουλτάνου, ο αυτοκράτορας δεν είχε άλλη επιλογή από το να πολεμήσει και διέταξε επανάληψη της επίθεσης. Το πεδίο της μάχης έγινε μια απέραντη χαοτική μάζα στρατιωτών που μάχονταν, υποχωρούσαν ή κρυβόντουσαν. Τότε έπρεπε να δράσει η εφεδρεία του Ανδρόνικου Δούκα αλλά αυτός, είτε από προδοτική διάθεση είτε βλέποντας την εξέλιξη της μάχης και πιστεύοντας πως ο αυτοκράτορας θα σκοτωθεί εκεί, διέταξε την εφεδρεία να αποσυρθεί από το πεδίο της μάχης, ώστε να μείνει ανοιχτός ο δρόμος για τον θρόνο. Ο Βρυέννιος έσπασε τον κλοιό των Σελτζούκων και διέφυγε. Ο Αλυάτης πιάστηκε αιχμάλωτος και το κέντρο της παράταξης κατέρρευσε. Μόνο οι Βάραγγοι με τις ασπίδες τους προστάτευαν τον αυτοκράτορα και συνέχισαν να μάχονται μανιασμένα. Με την πάροδο του χρόνου, όλοι έπεσαν νεκροί ενώ ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ” Διογένης αιχμαλωτίστηκε βαριά τραυματισμένος στο στήθος και στο χέρι. Δέκα Σελτζούκοι τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο σουλτάνο ενώ οι συμπολεμιστές τους γιόρταζαν στο πεδίο της μάχης τη νίκη τους. Οι απώλειες των Βυζαντινών έφτασαν ίσως και τους 8.000 άνδρες, νεκροί και αιχμάλωτοι.

Mε πληροφορίες από το Νίκο Χειλαδάκη