ΝΕΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΡΕΥΝΑ: Συγγενείς γενετικά οι άνθρωποι από τη Σικελία έως την Κύπρο

18. Μαΐου, 2017 Επιστήμη ΕκτύπωσηΜέγεθος Κειμένου:

mesogios

 

Αυτό είναι το κεντρικό εύρημα μιας νέας ιταλο-γερμανικής γενετικής έρευνας από επιστήμονες του Τμήματος Βιολογικών, Γεωλογικών και Περιβαλλοντικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Μπολόνια και του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για την Επιστήμη της Ανθρώπινης Ιστορίας στην Ιένα της Γερμανίας.


Η μελέτη, με επικεφαλής την Στεφανία Σάρνο, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature Scientific Reports» και χρηματοδοτήθηκε από τη National Geographic Society, ανέλυσε 511 δείγματα DNA από 23 πληθυσμούς σε Ιταλία, Ελλάδα, Κύπρο και Αλβανία.

«Η κοινή μεσογειακή κληρονομιά πιθανώς ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους, ως συνέπεια των πολλαπλών μεταναστευτικών κυμάτων, που κορυφώθηκαν στη διάρκεια της Νεολιθικής και της Εποχής του Χαλκού», δήλωσε η Σάρνο.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η επέκταση των αρχαίων Ελλήνων προς δυσμάς και η δημιουργία της Μεγάλης Ελλάδας στη σημερινή νότια Ιταλία ήταν ένα από τα τελευταία «επεισόδια» σε μια μακρά ιστορία μετακινήσεων μεταξύ Ανατολής-Δύσης, με τη Μεσόγειο να λειτουργεί ως σταυροδρόμι για την μετακίνηση γονιδίων και πολιτισμών.

Ειδικότερα για τους σημερινούς ελληνόφωνους πληθυσμούς της Καλαβρίας και λοιπής νότιας Ιταλίας, η μελέτη επισημαίνει ότι τα γενετικά χαρακτηριστικά τους επιβεβαιώνουν την αρχαιότητα της εγκατάστασής τους σε εκείνα τα μέρη, πολύ πριν τους βυζαντινούς χρόνους.

Η νέα γενετική ανάλυση κάνει και μια εκτίμηση για την προέλευση της οικογένειας των «ινδοευρωπαϊκών» γλωσσών, όπου ανήκουν η ελληνική και η λατινική γλώσσα. Δύο βασικές θεωρίες έχουν προταθεί έως τώρα: είτε ότι η προέλευσή τους είναι η νεολιθική Ανατολία πριν από τουλάχιστον 8.000 χρόνια, είτε οι στέπες του Καυκάσου και του Πόντου πριν από περίπου 6.000 χρόνια.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν στο γενετικό «τοπίο» της νοτιοανατολικής Μεσογείου μια σημαντική «καυκάσιου τύπου» γενετική συμβολή. Δεν βρήκαν όμως καθόλου το χαρακτηριστικό γενετικό «προφίλ» που χαρακτηρίζει την «ποντο-καυκάσια» μετανάστευση-εισβολή στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, η οποία έχει συσχετισθεί με την εισαγωγή των «ινδοευρωπαϊκών» γλωσσών στον ευρωπαϊκό χώρο.

Οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτές οι δύο κύριες αντικρουόμενες θεωρίες προέλευσης της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών πρέπει να «συμφιλιωθούν». «Η εξάπλωση αυτών των γλωσσών στις νότιες περιοχές, όπου μιλούνται σήμερα «ινδοευρωπαϊκές» γλώσσες όπως τα ιταλικά, τα ελληνικά και τα αλβανικά, δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη σημαντική συμβολή που έχει προέλευση τις στέπες», δήλωσε η ερευνήτρια Κιάρα Μπαρμπιέρι του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η θεωρία περί Ινδοευρωπαίων και «ινδοευρωπαϊκής» γλώσσας προέρχεται από τα τέλη του 18ου αιώνος. 

Ο άνθρωπος, που την πρωτοδιετύπωσε, ήταν ένας Βρετανός δικαστής, ο Ουίλλιαμ Τζόουνς, ο οποίος υπηρετούσε στις Βρετανικές κτήσεις στην Ινδία στα τέλη του 18ου αιώνος. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε, λόγω της γλωσσικής συνάφειας ορισμένων λέξεων της Σανσκριτικής με τις Ευρωπαϊκές γλώσσες. Αλλά ο Τζόουνς δεν ήταν παρά ένας ερασιτέχνης γλωσσολόγος…

Ο πραγματικός θεμελιωτής της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας ήταν ο Γερμανός Φραντς Μποπ (1791-1867). Ο Μποπ ήταν αυτός, ο οποίος μελετώντας το έργο του Τζόουνς το συνέθεσε και το μετεξέλιξε στην λεγόμενη «Ινδογερμανική θεωρία», βάση της οποίας όλοι οι Ευρωπαϊκοί λαοί, πέραν της υποτιθέμενης κοινής γλώσσης, είχαν και κοινή πολιτισμική κοιτίδα αλλά και κοινή καταγωγή!

Πολλοί Έλληνες και ξένοι γλωσσολόγοι, ιστορικοί, γενετιστές υποστηρίζουν ότι από την Ελληνική γλώσσα προέρχονται όλες οι γλώσσες. Η γνωστή γλωσσολόγος Άννα Τζιροπούλου Ευσταθίου αλλά και ο Ηλίας Τσατσόμοιρος, έχουν ερευνήσει αναλυτικά το ζήτημα.

Δυστυχώς η σύγχρονη επιστήμη έχει εγκλωβιστεί στην προσπάθεια της να αποδείξει το «φάντασμα» των Ινδοευρωπαίων αδιαφορώντας για το προφανές …